Καθώς συμπλήρωσα 40 χρόνια εργαζόμενος στον τομέα του λαδιού και της ελιάς, άρχισα από την προηγούμενη εβδομάδα ένα ταξίδι με 40 ιστορίες που έζησα και πιστεύω ότι έχουν ένα γενικότερο ενδιαφέρον. Συνεχίζουμε σήμερα με τα βήματα 11 έως 20.

11) Το 1997 μετά από πρόσκληση του τότε ΔΣ του Συνδέσμου Ελαιουργών Ελλάδος (ΣΕΛΕ) αναλαμβάνω τη διεύθυνσή του. Τα μέλη από περίπου 10 αρχικά, σύντομα ξεπερνούν τα 700 και οι ελαιοτριβείς για πρώτη φορά αποκτούν φωνή και συλλογική υπόσταση σε εθνικό επίπεδο. Πάντα πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω ότι τα ελαιοτριβεία/ ελαιουργεία αποτελούν τον πιο κρίσιμο κρίκο της αγροδιατροφικής αλυσίδας του ελαιολάδου και σημείο «κλειδί» για (σχεδόν) όλες τις κρίσιμες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν. Στη συνέχεια όμως ο ΣΕΛΕ αποφάσισε να δώσει προτεραιότητα στα προγράμματα των ΟΕΦ αφού είχε προσχωρήσει στην ΕΔΟΕΕ. Διαπιστώνoντας ότι οι απόψεις μου δεν είναι συμβατές με της νέας διοίκησης του ΣΕΛΕ οδηγηθήκαμε σε ένα όχι συναινετικό διαζύγιο, το οποίο μάλιστα μου άφησε και ανεξόφλητες αμοιβές. Ο ΣΕΛΕ συνέχισε συμμετέχοντας στα προγράμματα της ΕΔΟΕΕ με μελέτες κ.λπ. Όλα αυτά δεν κράτησαν πολύ και ο ΣΕΛΕ διαλύθηκε, έκλεισε, αφήνοντας επί πολλά χρόνια τα ελαιοτριβεία/ελαιουργεία χωρίς εθνική συλλογική οργάνωση και εκπροσώπηση.

12) Απτόητος από την αποτυχία συγκρότησης του Εθνικού Συμβουλίου Ελαιολάδου (βλέπε παραπάνω § 10), προσπαθώ να οργανώσω τον τομέα φέρνοντας κοντά τις τρεις μεγαλύτερες τότε επιχειρήσεις: ΕΛΑΪΣ, ΜΙΝΕΡΒΑ και τη συνεταιριστική ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ. Τους προτείνω μια εκστρατεία προώθησης της κατανάλωσης ελαιολάδου στη Βόρεια Ελλάδα όπου είναι γνωστό πόσο μειωμένη είναι η κατά κεφαλήν κατανάλωση υπέρ των σπορελαίων ενώ ανθούν το παρεμπόριο και η νοθεία. Συγκεκριμένα, η πρότασή μου περιλαμβάνει ένα κατάλληλα διακοσμημένο φορτηγό/νταλίκα, δείγματα ελαιολάδων, έναν γιατρό/διατροφολόγο που θα έδινε συμβουλές μοιράζοντας εκλαϊκευμένα φυλλάδια. Η διαδρομή θα ακολουθούσε πόλεις και κεφαλοχώρια από το ένα άκρο, τη Θράκη έως το άλλο τη Δυτική Μακεδονία. Το κόστος όλης της δράσης ήταν πολύ χαμηλό ενώ τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα τότε «έτρεχαν». Συμφώνησε μόνο η ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ, ενώ ΕΛΑΪΣ, ΜΙΝΕΡΒΑ (και ΣΕΒΙΤΕΛ) έμειναν ασυγκίνητοι. Μόνο η ΕΛΑΪΣ πήρε τη βασική ιδέα και την εφάρμοσε για το BECEL λίγα χρόνια αργότερα. Σήμερα, μετά από 20 χρόνια, ΕΛΑΪΣ και ΜΙΝΕΡΒΑ έχουν αλλάξει χέρια, η παρουσία τους στο ελαιόλαδο ολοένα και συρρικνώνεται, η ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ δεν υπάρχει παρά μόνο σαν ερείπια, ενώ και η συνολική κατανάλωση (επώνυμου τυποποιημένου) ελαιολάδου συνεχώς υποχωρεί.

13) Το 2000 (προ)βλέποντας τον πληθωρισμό διαγωνισμών και βραβείων, προτείνω την ίδρυση ενός αξιόπιστου μη κερδοσκοπικού εθνικού διαγωνισμού γευσιγνωσίας/οργανοληπτικής ποιότητας. Τότε υπήρχε μόνο το εργαστήριο του Υπ. Εμπορίου με τις κυρίες Χριστοπούλου και Λαζαράκη σε πλήρη δραστηριότητα, που θα μπορούσε να τον αναλάβει. Δυστυχώς, οι φορείς και οι επιχειρήσεις δεν συγκινήθηκαν, με αποτέλεσμα, σήμερα, όχι μόνο να έχουμε μια πληθώρα κερδοσκοπικών διαγωνισμών και βραβείων, αλλά οι ελληνικές ποικιλίες και γεύσεις να υπονομεύονται ποικιλοτρόπως, ενώ στον μόνο αξιόπιστο διεθνή διαγωνισμό Mario Solinas του IOC οι ελληνικές διακρίσεις ανήκουν στο μακρινό παρελθόν. Σε εθνικό επίπεδο, σοβαρά οργανωμένο διαγωνισμό έχει η Τουρκία!

14) Tο 2002 ιδρύεται η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Ελαιόλαδου και Επιτραπέζιας Ελιάς (ΕΔΟΕΕ). Αν και υπέρμαχος της ιδέας, έχοντας μάλιστα πάρει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες  (βλέπε παραπάνω § 10)  στάθηκα εξαρχής αντίθετος επειδή διέκρινα καθαρά τη βιασύνη του εγχειρήματος, με φανερό ότι τα κίνητρα και οι σκοποί εστιάζονται στα προγράμματα των ΟΕΦ (Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων). Δυστυχώς επιβεβαιώθηκα μέσα σε λίγα χρόνια. Η ΕΔΟΕΕ «απορρόφησε» μεν ένα σημαντικό ποσό περί τα 17 εκ. €, απέτυχε όμως να πραγματοποιήσει δράσεις που να αφήσουν κάποιο αποτύπωμα, πλην του Οργανοληπτικού Εργαστηρίου του ΕΣΒΙΤΕ (σήμερα του ΣΕΒΙΤΕΛ) που ακόμη λειτουργεί μάλλον χάρις στον ηρωισμό της κ. Έφης Χριστοπούλου. Αντιθέτως υπήρξαν περιπτώσεις προκλητικής κατασπατάλησης, ορισμένες εκ των οποίων είχαν εντοπίσει οι κοινοτικοί έλεγχοι (βλ. τεύχος 73, Ελιά & Ελαιόλαδο). Επίσης, η ΕΔΟΕΕ απέτυχε -ούτε καν επιδίωξε- να συγκροτήσει μόνιμο υπηρεσιακό μηχανισμό, ενώ όλο τον τεράστιο όγκο δουλειάς των προγραμμάτων ΟΕΦ διεκπεραίωνε – εθελοντικά και αφιλοκερδώς!- μια 3μελής «ομάδα εργασίας» από τους διευθυντές των ΠΑΣΕΓΕΣ, ΣΕΒΙΤΕΛ, ΕΣΒΙΤΕ. Η ΕΔΟΕΕ δεν επιδίωξε να ασχοληθεί και να οργανώσει στοιχειώδεις τομείς της ελαιοκομίας, όπως π.χ. η διεθνής εκπροσώπηση, η οργάνωση της αλυσίδας αξίας (chain value), η συγκέντρωση αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων, η σύνδεση της επιστήμης με την παραγωγή και τις επιχειρήσεις κ.ά. Το τέλος της σημαδεύτηκε από το ρήγμα μεταξύ ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς, με δύο οργανώσεις, την ΕΔΟΕ και την ΔΟΕΠΕΛ.

15) Είχα εισηγηθεί εξ αρχής στην ΠΕΜΕΤΕ να μην προσχωρήσει στην υπό ίδρυση Διεπαγγελματική Ελαιολάδου αλλά να προχωρήσει στη δημιουργία χωριστής, αυτόνομης Διεπαγγελματικής Επιτραπέζιας Ελιάς, (όπως και στην Ισπανία), σχηματίζοντας σε ένα άλλο δεύτερο επίπεδο μια οργάνωση (όπως π.χ. το Συμβούλιο Ελαιοκομικής Πολιτικής, ΣΕΠ) όπου θα συνυπάρχει με το ελαιόλαδο λόγω της κοινής τους καταγωγής από το δέντρο της ελιάς, προβλημάτων κλπ. Αντιθέτως επέλεξαν να συμμετάσχουν στην ΕΔΟΕΕ, την εποχή που άρχιζαν τα προγράμματα των ΟΕΦ. Τελικά η συνύπαρξη είχε κακό τέλος και η ΠΕΜΕΤΕ αφού αποχώρησε από την ΕΔΟΕΕ προχώρησε στην ίδρυση της ΔΟΕΠΕΛ πολύ αργότερα, το 2015, χωρίς όμως την απαιτούμενη αντιπροσωπευτικότητα από τον χώρο των ελαιοπαραγωγών/συνεταιρισμών. Αποτέλεσμα, να αναγνωρισθεί από το ΥΠΑΑΤ μετά από μία πενταετία, προσφάτως.

16) Το 2000 και το 2001 συμμετέχω στα δύο μεγάλα ταξίδια με μοτοσυκλέτες γύρω από τη Μεσόγειο, στους «Δρόμους του Λαδιού», που οργανώνει το Επιμελητήριο Μεσσηνίας με τον Γιώργο Καραμπάτο. Παράλληλα ιδρύεται το Δίκτυο Ελαιοπαραγωγικών Πόλεων Ελλάδας (ΔΕΠΕ) σε συνεργασία με το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό (FEMO). Όμορφες στιγμές, αν και οι Δρόμοι του Λαδιού δεν συνέχισαν τα επόμενα χρόνια ενώ η Κρήτη μιμήθηκε και αυτονομήθηκε από το ΔΕΠΕ ιδρύοντας τον ΣΕΔΗΚ.

17) Το 2006 με την προτροπή και υποστήριξη του Άρη Κεφαλογιάννη (ΓΑΙΑ Τρόφιμα) ξεκινάμε τα Αγροτικά Προϊόντα Πιστοποιημένης Ποιότητας (Αγρo3Π), που γρήγορα μετεξελίχθηκαν στα Ελαιοκομικά 3Π. Η ιδέα μιας συλλογικής οργάνωσης για τα προϊόντα ποιότητας, βιολογικά, ΠΟΠ/ΠΓΕ και (σοβαρής) ολοκληρωμένης διαχείρισης ήταν -θεωρητικά- σωστή. Όμως, στην πράξη, για πολλούς και διάφορους λόγους- τα Ελ3Π δεν απέκτησαν την οντότητα που θάπρεπε και θα χρειαζόταν ο ελληνικός ελαιοκομικός (και αγροτικός) τομέας. Εδώ να σημειώσω ότι λίγο αργότερα τα ΠΟΠ/ΠΓΕ και βιολογικά αποτέλεσαν προϋπόθεση για τα κοινοτικά χρηματοδοτούμενα προγράμματα προώθησης, οπότε πολλοί έσπευσαν να τα «αγκαλιάσουν» χωρίς όμως η παραγωγική και εμπορική τους πορεία να βελτιωθεί ουσιαστικά.

18) Όλα αυτά τα χρόνια, έχοντας καλές σχέσεις συνεργασίας, προσπάθησα όσο μπορούσα να πείσω τις Ενώσεις Σητείας και Πεζών να συνεργαστούν μεταξύ τους σε μια κοινοπραξία. Οι δύο Ενώσεις άκμαζαν, η Σητεία είχε το ΠΟΠ, είχε κατακτήσει απανωτά τα δύο πρώτα χρυσά βραβεία Mario Solinas του IOC, Βακόντιος και Φραγκιαδουλάκης είχαν πολύ καλές προσωπικές σχέσεις μεταξύ τους. Δυστυχώς απέτυχα και πάντα θα αναρωτιέμαι αν αυτή η κοινοπραξία θα είχε αποτρέψει τη γνωστή κατάληξη και των δύο Ενώσεων.

19) Μια και μιλάμε για ΠΟΠ/ΠΓΕ, ας αναφερθούμε και στην επιτραπέζια ελιά Καλαμάτας, τη «Μαύρη Βασίλισσα» όπως την αποκαλώ. Προσπάθησα κι επιχειρηματολόγησα όσο μπόρεσα ώστε η ΠΟΠ ελιά Καλαμάτας να ξεφύγει από τα στενά γεωγραφικά όρια των λίγων εκατοντάδων τόνων, διατηρώντας όμως τη Γεωγραφική Ένδειξη άρα τη νομική προστασία της παραγωγικής και εμπορικής της αξίας. Μόνη λύση αποτελούσε η Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη ΠΓΕ Καλαμάτας επεκτεινόμενη στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής, καλύπτοντας γεωγραφικά από το τόξο Φθιώτιδα (Λιβανάτες) σε Άρτα και Αιτωλοακαρνανία έως και νότια όλη την Πελοπόννησο. Μέσω μιας χαώδους εθνικής ασυνεννοησίας στα όρια του εμφυλίου πολέμου, (με απόψεις που κυμαίνονταν από τους «όμορους νομούς» έως και την πλήρη κατάργηση του ΠΟΠ), η υπόθεση οδηγήθηκε σε αδιέξοδο οπότε το ΥΠΑΑΤ επί υπουργίας Βαγγέλη Αποστόλου (και Βασίλη Κόκκαλη), και με συντονιστή τον γεν. γραμματέα Νίκο Αντώνογλου κατέληξε στη «λύση» του Kalamata Olives. Δηλαδή η προστασία του ΠΟΠ παρέμεινε για τους λίγους τόνους της Μεσσηνίας ενώ όλη η υπόλοιπη ελληνική παραγωγή απώλεσε κάθε προστασία και εξομοιώθηκε με τις ελιές των Τρίτων Χωρών που κέρδισαν το δικαίωμα να κυκλοφορούν στη διεθνή και στην ελληνική αγορά με την ιστορικά γνωστή εμβληματική ονομασία της Καλαμάτας. ***

20) Ένα άλλο ΠΟΠ/ΠΓΕ που αφιέρωσα κόπο και χρόνο ήταν το ελαιόλαδο της ποικιλίας Πατρινιά/Κουτσουρελιά, το οποίο έχει την ιδιαιτερότητα να μοιράζεται μεταξύ του Κορινθιακού, στη βόρεια Πελοπόννησο (Παναιγιάλειος Ένωση) και νότια Αιτωλοακαρνανία (Ένωση Μεσολογγίου). Ξεκινήσαμε, βρήκαμε πολλά και χρήσιμα στοιχεία για την κατοχύρωσή της, όμως το σχέδιο, που αναπόφευκτα οδηγούσε και στην κοινοπραξία -άρα την εμπορική ενίσχυση- των δύο Ενώσεων, τελικά εγκαταλείφθηκε.

*** Επειδή το ζήτημα της ελιάς Καλαμάτας/ Καλαμών είναι εξαιρετικά επίκαιρο θέλω να επισημάνω δύο πράγματα:

α) Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη (του 1983) «Ζύμωση και Κονσερβοποίηση της Μαύρης Ελιάς Καλαμών» την οποίαν είχαν πραγματοποιήσει τρείς εξέχοντες επιστήμονες και πραγματικοί γνώστες του αντικειμένου, υπεράνω τοπικισμών ή άλλων συμφερόντων, οι Θ. Ντάλλες, Γ. Μπαλατσούρας και Ε. Αλυγιζάκης, το συμπέρασμα που κατέληξαν είναι σαφέστατο: «Μελετήθηκε η συμπεριφορά στη ζύμωση και την κονσερβοποίηση ελαιών ποικιλίας Καλαμών, προελεύσεως Λακωνίας, Μεσσηνίας, Αιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδας και Χαλκιδικής (…) Αποδείχτηκε ότι: (…) οι ελιές των διαφόρων περιοχών δεν διέφεραν μεταξύ τους ως προς τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες».

β) Ένα επιχείρημα που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε κατά του πανελλαδικού ΠΓΕ είναι ότι γενικά τα ΠΓΕ είναι «κατώτερα» από τα ΠΟΠ. Πρόκειται για επιχείρημα τελείως έωλο, που υποδηλώνει, τουλάχιστον, άγνοια. Και τα δύο, ΠΟΠ και ΠΓΕ παρέχουν την ίδια ακριβώς νομική προστασία όπως και δυνατότητα εμπορικής προβολής. Άλλωστε και το πασίγνωστο ελαιόλαδο Τοσκάνης ΠΓΕ είναι… Όπως επίσης ΠΓΕ είναι και οι βασικές ισπανικές ποικιλίες ελιάς, Gordal και Μanzanilla. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ότι το ΠΟΠ βασίζεται στα «εγγενή» χαρακτηριστικά του προϊόντος, γιαυτό και περιορίζεται σε μικρή γεωγραφική περιοχή ενώ, αντιθέτως, το ΠΓΕ βασίζεται στη φήμη του προϊόντος οπότε μπορεί να καλύψει μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή.

(Θα συνεχίσουμε την επόμενη εβδομάδα).

Φωτογραφία, οι Καρυάτιδες, του Αντρέα Σμαραγδή, καλού φίλου από το 1968.

 

The post Απολογισμός 40 ετών στο λάδι και την ελιά. Μέρος 2ο appeared first on olivenews.gr.

Προσθήκη νέου σχολίου

ΦΑΣΑ